Ταξιδεύοντας για Κω, φάνταζε υπέροχη, με τις δυο Εκκλησιές της,στολίδια...
Μια απ τις πατρίδες... μου
Η Σύρα...








Ήταν τόσο δύσκολο να ταξειδεύω 13 ώρες για να πάω στην Κω. Το ταξείδι άρχιζε από το σπίτι μου, στον Πειραιά,
δυο βήματα από το λιμάνι. Όμως, αφού έφευγε το πλοίο, στις 4 ακριβώς το μεσημέρι, έπρεπε να βρω τρόπο να περάσω αυτές τις ώρες "αναίμακτα" και χωρίς να δραματοποιώ την κατάσταση.
Οι ώρες δεν περνάγανε, μιλάμε για τις εποχές πριν το κινητό.
Ούτε καν μπορούσα να δανειστώ κάποια ταινία από το πλοίο για να δω και να περάσει η ώρα.
Αυτό που έκανα είναι να τριγυρίζω. Όταν φθάναμε σε κάποιο λιμάνι,
έβγαινα έξω στον κρύο και καθαρό αέρα της θάλασσας και χάζευα με την προσέλκυση του πλοίου στο εκάστοτε λιμάνι, τους επιβάτες να βγαίνουν και να μπαίνουν στο πλοίο,
και τέλος τα αυτοκίνητα να κάνουν το ίδιο.
Αυτό που μού άρεσε ήταν αυτό το νησί, η Σύρος. Πάντα την έβλεπα το βράδυ. Και πάντα ξεχώριζα τις δυο τις Εκκλησίες πάνω στους λόφους της πόλης. Της Ερμούπολης.
Ήταν τόσο οικεία η Σύρα για μένα. Από εδώ καταγότανε η γιαγιά μου
που είχα το όνομά της. Ποτέ δεν την είχα επισκεφθεί και πάντα την έβλεπα το βράδυ, καθώς το καράβι πήγαινε κι ερχότανε από και προς την Κω.
Και αυτό που ήθελα ήταν το εξής, να πάω να ανέβω στους δύο λόφους, να δω την πόλη από ψηλά, και τις γειτονειές όπου μεγάλωσε η γιαγιά μου, ή η πρόγιαγιά μου...
Ποιος ξέρει γιατί...
"Έχω 6 μήνες να δω άνθρωπο... να πιώ έναν καφέ, να μιλήσω..."
Ο κύριος Αθανάσιος έκανε την καθημερινή του βόλτα στην πόλη που έχει γεμίσει μάσκες. Ένα χρόνο τώρα αυτή η βόλτα του ήτανε ένας εφιάλτης. Δεν μπορούσε να καθήσει κάπου να ξεκουραστεί, δεν ήταν εύκολο να βρει κάποιον φίλο του για να πιούνε μαζύ έναν καφέ, γενικώς, τίποτε δεν ητανε εύκολο.
(Ρώμη)
Έτσι λοιπόν, όταν τον συνάντησε η Λαρισσαία φίλη του στην πόλη όπου έμενε, της είπε με ένα παράπονο:
"Έχω 6 μήνες να δω άνθρωπο... να πιώ έναν καφέ, να μιλήσω..." Κι αυτή τον κατάλαβε με το πρώτο, τα ίδια είχε περάσει κι αυτή. Αν δεν ήτανε μάλιστα το τηλέφωνο, να επικοινωνεί με τους γνωστούς της, μέσω του κινητού της
θα ήτανε ακόμα πιο θλιβερή κι η δική της θέση. Θα μπορούσε να πει... : "Έχω έναν χρόνο να δω άνθρωπο... να πιω μία κόκα - κόλα,
να μιλήσω..."
Η μάνα του 11 παιδιά
Η φτώχεια μεγάλη
Μεγάλη Παρασκευή, όμως, ούτε... λάδι...
Η φτώχεια μεγάλη
Μεγάλη Παρασκευή, όμως, ούτε... λάδι...
ο μικρός Αργύρης έζησε φτωχά παιδικά χρόνια σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας.
Όταν λέμε φτώχεια εκείνα τα χρόνια, γύρω στα 1950, δεν εννοούμε ότι δεν είχε χρήματα να αγοράσει ένα παιγνίδι. Λέμε ότι δεν είχε να φάει.
Η γονείς του άνθρωποι σεβαστικοί,
καλοί και αξιοπρεπείς, δεν ήθελαν να αφήσουν τα παιδιά τους μακρυά από την παράδοσή τους
και την θρησκεία τους. Όταν λοιπόν, κάποια μέρα το παιδί ζώστηκε μερικά δώρα
για να τα πάει στον πα πά της ενορίας, ο οποίος, όμως, έμενε σε άλλο χωριό,
κι όταν το παιδί έκανε 5 ώρες για να πάει εκεί, ο καλός ιερέας του έδωσε λίγο φαγητό να φάει. Φτωχικό φαγητό με λάδι.
Η ημέρα ήτανε η Μεγάλη Παρασκευή.
Στο σπίτι του μικρού Αργύρη ούτε λάδι δεν τρώγανε εκεί που όμως που έφθασε, μετά τον κόπο των 5 ωρών και των δέκα κιλών που κουβαλούσε στην πλάτη του... δέχτηκε να φάει το λαδερό φαγητό του ιερέα και να το φάει με λάδι.
Γυρίζοντας στο σπίτι του, δεν ήθελε να κρύψει το γεγονός από την μητέρα του. Ίσως το ξέχασε κι όλας το "κακό" που έγινε, ίσως δεν το βρήκε και τόσο σημαντικό. Όμως ήταν.
Η μητέρα του δεν τα σκέφτηκε όλα αυτά. Τον μάλωσε αυστηρά και του είπε να μην το ξανακάνει αυτό που έκανε, τέτοια σημαντική μέρα...
Η μητέρα του αυτό που ήξερε ήταν ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Και την Μεγάλη Παρασκευή δεν τρώμε ούτε λάδι...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου